Εταιρεία Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων, Μουσικών και Μεταφραστών

Εταιρεία Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων
Μουσικών και Μεταφραστών

Οκτώβριος 2008 » Η ΜΕΡΑ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ

Η ΜΕΡΑ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ

ΤΟΥ ΙΑΚΩΒΟΥ ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗ

 

 

Τον Οκτώβρη του 1945, δηλαδή μερικούς μήνες μετά το τέλος του πολέμου, όλως τυχαία μπήκα σ΄ ένα θέατρο, το ση­μερινό θέατρο «Μουσούρη», όπου μέσα έπαιζε ένα συγκρότημα άγνωστο τότε σε μένα. Ονομαζόταν «Θέατρο Τέχνης» του Καρόλου Κουν. Το έργο που παρουσίαζε το λέγανε «Για ένα κομμάτι γης» και παίζανε κάποιοι ηθοποιοί που δεν είχα ξανα­κούσει τα ονόματά τους. Κάποια Έλλη Λαμπέτη, κάποια Βά­σω Μεταξά, μια Μαρία Γιαννακοπούλου, Μαρία Φωκά, κά­ποιος Βασίλης Διαμαντόπουλος, κάποιος Δημήτρης Χατζημάρκος. Φυσικά το πιο άγνωστο, λόγω και της ιδιοτυπίας του σαν ελληνικό όνομα, ήταν εκείνο το Κάρολος Κουν.

Ο λόγος που δεν ήξερα ότι υπάρχει τέτοιος θίασος ήταν γιατί απ’ το τέλος του ΄42 έλειπα από την Ελλάδα. Το «Θέα­τρο Τέχνης» είχε Ιδρυθεί το 1943. Άλλα επί πλέον εκείνο τον καιρό το Θέατρο δε μ΄ ενδιέφερε ούτε καν σαν απλό θεατή. Κι ήταν φυσικό αφού μόλις -σχεδόν -είχα βγει από ένα χιτλερικό Konzantrations und vernichtungs Lager, τουτέ­στιν στρατόπεδο συγκεντρώσεως κι εξοντώσεως. Είχα αντικρίσει μια πραγματικότητα τόσο πολύνεκρη, τόσο ματωμένη, θη­ριώδη, ανελέητη που πράγματα όπως το να πάω στο θέατρο, στον κινηματογράφο ή να διαβάσω ένα βιβλίο δε μου λέγανε τίποτα. Άλλα είχα και το πρόβλημα, μέσα σε κείνη τη μεταπο­λεμική ανέχεια και ανεργία, να βρω μια δουλειά για να ζήσω. Τα αναφέρω αυτά για να επισημάνω πως δεν ήμουνα σε κατά­σταση πρόσφορη σε καλλιτεχνικές συγκινήσεις.

Τυχαία, λοιπόν, και με ακατάλληλες προϋποθέσεις για να ΄μαι ένας ευαίσθητος θεατής μπήκα για να δω εκείνη την παράστάση. Θυμάμαι πως οι θεατές ήταν λίγοι, η πλατεία λιγοστά φωτισμένη και πως έκανε κρύο. Όμως σαν άρχισε η παράστα­ση άρχισα σιγά-σιγά να μην υπάρχω, να μην υπάρχει τίποτε άλλο, πέρα απ’ όσα κι όσους ήταν απάνω στη σκηνή.

Τα ΄νιωθα σαν υπαρκτά πρόσωπα που τα είχα γνωρίσει πια πάρα πολύ για να μπορέσω ν΄ αδιαφορήσω γι΄ αυτά και να τα ξεχά­σω. Νομίζοντας πως η αποκάλυψη αυτή του Θεάτρου, που μου έγινε με την παράσταση του «Θεάτρου Τέχνης», δεν ήταν αποκλειστικό χάρισμα του Κουν και των συνεργατών του, αλ­λά κάτι που θα το ξαναζούσα και αλλού, πήγα υστέρα από μέρες στο «Εθνικό Θέατρο». Όλα εδώ διαφέρανε. Η αίθουσα ήταν χρυσοποίκιλτη, οι θεατές πολλοί και δεν έκανε κρύο. Παιζόταν μια κωμωδία του Σαίξπηρ, οι ηθοποιοί ήταν πασίγνωστα ονό­ματα, το έργο είχε διδάξει ο πιο διάσημος σκηνοθέτης του καιρού εκείνου. Κι εγώ σκεφτόμουνα, αν με τους άγνωστους του «Θεάτρου Τέχνης» είχα συγκλονιστεί, τι μου έμελλε να δω τώ­ρα σε μια τέτοια αίθουσα και με τόσες φίρμες.

Οι δύο αυτές παραστάσεις, η πρώτη του «Θεάτρου Τέχνης» που με συγκλόνισε κι η δεύτερη του «Εθνικού Θεάτρου» που με θύμωσε, με κάνανε ένα πιστό θεατή των παραστάσεων του Καρόλου Κουν κι αργότερα κάποιον που μαθήτευε τη συγγρα­φική δουλειά βλέποντας δυο και τρεις φορές κάθε παράστασή του

Μετά την πρώτη αποκάλυψη στο «Θέατρο Τέχνης», την αποκάλυψη πως η θεατρική αναπαράσταση της ζωής σου μαρ­τυρά τόσα όσα ο ίδιος δύσκολα θα δεις στην πραγματική ζωή, ήρθε άλλη μια, αυτή που γινόταν βλέποντας έργα που ολοένα ανοίγανε, πλαταίνανε και φωτίζανε, το δράμα και τη μοίρα του ανθρώπου, μαρτυρώντας ταυτόχρονα την ιδιαιτερότητα και την παγκοσμιότητά τους. Αυτό όχι μόνο για το μαθητευό­μενο συγγραφέα μα για τον καθένα ήταν μια ανεκτίμητη μαθη­τεία. Δεν ξέρω πόσο συνειδητά ενεργούσε ο Κάρολος Κουν συνθέτοντας και προσφέροντας στο θεατρικό του κοινό ένα δραμα­τολόγιο που πλούτιζε ψυχικά, νοητικά, υποστασιακά εκείνα τα κρίσιμα χρόνια. Ούτε μπορώ φυσικά να ξέρω αν το κοινό του «Θεάτρου Τέχνης» συνειδητοποιούσε τη ζωτική σημασία αυτής της προσφοράς. Δεν ήμασταν πια όπως πριν απ’ τον πό­λεμο, οι ξεμοναχιασμένοι κάτοικοι μιας χώρας στην κάτω άκρη της Ευρώπης, μακριά απ΄ το κέντρο του κόσμου. Μεταπολεμι­κά κέντρο του κόσμου και ξεμοναχιασμένες χώρες δεν υπήρχαν.

Το «Θέατρο Τέχνης» του Καρόλου Κουν ήταν και είναι πολιτικό Θέατρο, γιατί πάντα αντιλαμβανόταν τη λειτουργία του Θεάτρου σαν κοινωνία του θεατή με μια καθολική συνείδη­ση, μια κυκλοφορία του μέσα στα ευρύτερα όρια του εαυτού του, κοινωνικά, πολιτικά, ψυχικά, τραγικά. Άλλα νομίζω πως εκείνα ακριβώς τα χρόνια το «Θέατρο Τέχνης» λειτούργη­σε όσο ποτέ άλλοτε σαν πολιτικό θέατρο, χωρίς διακηρύξεις γι΄ αυτή την ιδιότητα και χωρίς να παρουσιάζει δηλωμένους πολιτικούς συγγραφείς. Παρουσίαζε έργα απ’ όπου απόρεε η πολυδιάστατη γνώση για τον άνθρωπο κι αυτή η γνώση βοη­θούσε το μεταπολεμικό θεατή του «Θεάτρου Τέχνης» ν΄ αντι­σταθεί στις στενές, συνθλιπτικές τοπικές καταστάσεις και ν΄ ανασυνταχθεί πνευματικά και πολιτικά σε μια καινούργια σχέση με το περιβάλλον του και τη ζωή, τη μεταπολεμική ζωή.

Η σημασία της δουλειάς του Κάρολου Κουν φάνηκε ακόμα πιο έντονα όταν το 1949 το «Θέατρο Τέχνης» έκλεισε. ­Ώσπου την άνοιξη του 1954 στην υπόγεια αίθουσα κάτω απ’ τον « Ορφέα» το «Θέατρο Τέχνης» ξανάνοιξε παρουσιάζοντας με μια και­νούργια θαυμαστή φουρνιά νέους ηθοποιούς, μαθητές του Κουν, τη «Μικρή μας πόλη» του Θόρντον Ουάιλντερ. Αυτή η περίοδος λειτουργίας του «Θεάτρου Τέχνης» συνδέεται παραγωγικά με το νεοελληνικό θεατρικό έργο, παρόλο που και παλιότερα ο Κουν είχε ανεβάσει νεοελληνικά έργα του Αλέξη Σολωμού, του Γιώργου Σεβαστίκογλου...

Δε θα ισχυριζόμουνα ποτέ πως αν δεν υπήρχε ο Κουν δε θα υπήρχαν όσοι θεατρικοί συγγραφείς υπάρχουν σήμερα. Πι­στεύω όμως βαθύτατα πως ο Κουν συνέτεινε αποφασιστικά να συντελεσθεί πιο γρήγορα και πιο ποιοτικά και αυτή η πρόοδος στο νεοελληνικό θέατρο. Λέω και αυτή γιατί το «Θέα­τρο Τέχνης» εξώθησε γενικά το ελληνικό θέατρο, απ’ το ελεύ­θερο ως το κρατικό, να κάνει αλλαγές προς το καλύτερο. Γιατί πιστεύω πως ο Κουν βοήθησε να δημιουργηθούν θεατρικοί συγ­γραφείς! Πρώτα απ’ όλα για ένα νέο άνθρωπο, που μ΄ οποιον­δήποτε τρόπο τον δέρνουνε προβληματισμοί της εποχής του, πνευματικές και καλλιτεχνικές παρορμήσεις, εκείνη η διαφορά του «Θεάτρου Τέχνης» από τ΄ άλλα, η κατανυκτική σοβαρότητα της δουλειάς, τόσο φανερή στην κάθε παράσταση, η ιερή φροντίδα και σημασία ως την τελευταία λεπτομέρεια, η τελε­τουργική ατμόσφαιρα που τύλιγε τους ηθοποιούς, ήταν κάτι που τον καθήλωνε και τον συνάρπαζε όσο κρατούσε η παράσταση. Και που άμα τέλειωνε τον έκανε να νιώθει πως κάποιοι τον έδιωξαν από κάπου που άνηκε και που δεν θάθελε να φύγει ποτέ.

Το δραματολόγιο του «Θεάτρου Τέχνης» δεν περιοριζόταν σε κλασικούς και νεοκλασικούς. Κάθε τι καινούργιο και σημαντικό που παρουσιαζόταν στο παγκόσμιο θέατρο ο Κουν μας έδι­νε την ευκαιρία να το γνωρίσουμε. Διαφωνώ ριζικά με κάποιους που ισχυρίστηκαν ότι αυτό έγινε αφορμή για επιρροές που αποπροσανατόλισαν από το κοί­ταγμα της δικής μας πραγματικότητας. Την βρίσκω έως ηλι­θιότητας κοντόθωρη αντίληψη και προστάτρια της μετριότητας και της ανικανότητας. Γιατί ειδικά σ΄ αύτη την εποχή όπου ακόμα κι η ιδιωτική ζωή, η ζωή μέσα στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού σου μπορεί να καθοριστεί από μιαν είδηση που μπά­ζει στο σπίτι σου το ραδιόφωνο ή η τηλεόραση, είδηση που να αφορά ξένη χώρα χιλιάδες μίλια μακριά, ο οποιοσδήποτε απο­μονωτισμός απ’ τον υπόλοιπο κόσμο είναι θεωρία εκτός πραγ­ματικότητας.          

Ο Κάρολος Κουν έχει πει ότι ανέκαθεν ο σκοπός κι η μεγά­λη φιλοδοξία του ήταν να φθάσει μια μέρα να παρουσιάζει κυ­ρίως νεοελληνικά έργα. Αλλά ταυτόχρονα πίστευε στην ενημέ­ρωση που ανάφερα πιο πάνω. Οι ανυπόμονοι του καταλόγιζαν αδιαφορία για το ελληνικό έργο. Αλλά η εξέλιξη απόδειξε πως ο Κουν ήξερε να κλωσά τα αποτελέσματα που προσδοκούσε.

Κάτι βασικό που έχανε το «Θέατρο Τέχνης» να είναι σχο­λειό για τους νέους συγγραφείς ήταν η μετουσίωση του κειμένου σε πράξη. Στις παραστά­σεις του Κουν αντιλαμβανόσουν κάτι που είναι θεμελιακό στο Θέατρο. Πως αυτό που προφέρει ο ηθοποιός έχει προϊστορία, ιστορία, παρόν και μέλλον, έχει τη θερμοκρασία που έχει το σώμα του, τη γεύση απ’ το στόμα του, τα χρώματα της κάμα­ρας που βρίσκεται, την ανταύγεια απ’ το φως που μπαίνει απ’ το παράθυρο, πως είναι κάτι που το ξεστομίζει ένας αλλά αυτό προκλήθηκε απ’ τον ή απ’ τους απέναντι του. Εδώ ο λόγος δεν τέλειωνε με την ακριβολογική έννοια της λέξης, ήταν φορτι­σμένος με πολύ περισσότερα, ήταν μια πολυσήμαντη σημειολο­γία των καταστάσεων. Κι αυτό γιατί ο Κουν ήξερε πως καμιά κατάσταση δεν χωρά στο λόγο, ο λόγος τη δηλώνει, δεν την περιέχει. Ενεργό μέρος της είναι η σιωπή, η κίνηση. Αυτά δεν ήταν ένδειξη υποτίμησης του λόγου, αντίθετα ήταν ένδειξη της αξίας του. Ο νέος συγγραφέας αποκόμιζε έτσι τη γνώση, πως η κάθε φράση κι η κάθε λέξη στο θεατρικό κείμενο έχει ένα ειδικό βάρος, που εξαρτάται απ’ την κατάσταση που την εκμαιεύει κι όχι από την ποιητική της αυτοτέλεια, πως είναι μια αξία μετατρέψιμη σε θέατρο μόνο αν ανήκει αποκλειστικά στο πρόσωπο που την είπε, στην στιγμή που ακούστηκε και σε κείνον ή σε κείνους που απευθυνόταν.

Ήταν και κάτι άλλο που πρόσφερε το «Θέατρο Τέχνης» στον εκκολαπτόμενο συγγραφέα, κάτι καθόλου αμελητέο. Ήταν η έμμεση ενθάρρυνση να τολμήσει.

Και φυσικά δε θα ξεχάσω όσο ζω τη μέρα και την ώρα που μ΄ έβαλε να καθίσω μπροστά σ΄ ένα τσίγκινο τραπεζάκι με το κείμενο της «Αυλής των Θαυμάτων» απάνω, να διαβάσω το έργο στο θίασο που καθόταν ολόγυρά μου στις πρώτες θέσεις του κυκλικού θεάτρου.

Και δε θα ξεχάσω ακόμα ποτέ το ξάφνιασμά μου, όταν στις δοκιμές ο μεγάλος Κουν ρώταγε εμένα το μαθητή του, αν συμ­φωνώ με τη διδασκαλία του, μήπως κάτι το θέλω αλλιώς, αν είμαι ευχαριστημένος, αν βρίσκω ότι δεν κάνει λάθος!

Προσπάθησα με συντομία και σε γενικές γραμμές να εξηγή­σω με ποιο τρόπο το «Θέατρο Τέχνης» ήταν ένα σχολειό που δεν έφτιαξε μόνο σπουδαίους ηθοποιούς αλλά (κι αυτό είναι ασφαλώς ότι πιο πολύ μπορεί να προσδοκά ένα θεατρικό κίνη­μα) ήταν κι ένα σχολειό για θεατρικούς συγγραφείς. Δεν ωφελεί σε τίποτα ν΄ αναφέρω ονόματα γιατί μπορεί να δημιουργηθεί μια παρανόηση απ’ το γεγονός ότι θα συμπεριλάβω και συγγραφείς που δεν πρωτοπαρουσιάστηκαν στο «Θέατρο Τέχνης» ή δεν έχουν παιχτεί έργα τους εκεί. Η ουσία όμως δεν αλλάζει. Είτε ξεκίνησαν απ’ το «Θέατρο Τέχνης» είτε όχι, όλοι εκεί μαθήτεψαν το καλό θέατρο.

Η προσφορά του Καρόλου Κουν δεν οριοθετήθηκε σ΄ ότι σημαντικό γινόταν στην αίθουσα του «Θεάτρου Τέχνης». Και αν σήμερα θελήσεις να ψάξεις και να βρεις ως που έχει φτάσει, θα την ανακαλύπτεις στην καταγωγή κάθε θεατρικής δουλειάς με φιλοδοξίες. Η προσφορά του Καρόλου Κουν δεν μετριέται πια σήμερα με ότι δημιουργεί ο ίδιος, ή οι άξιοι μαθητές του. Μετριέται με τη μεταμόρφωση που συντελέστηκε σ΄ ολόκληρο το ελληνικό θέατρο με τη φωτιά που άναψε ο Κουν. Είτε συμ­φωνούσες είτε διαφωνούσες με την αισθητική του γραμμή, οι παραστάσεις του είχαν μια υπευθυνότητα και μια αυτοθυσία που αποτέλεσε παράδειγμα. Το ταχτικό του κοινό ήταν μια μαγιά κοινού έτοιμου να δεχτεί και να στηρίξει κάθε άλλη αξιό­λογη θεατρική προσπάθεια, ήταν η αρχή ενός κοινού μυημένου που σήμερα αυξήθηκε σε πολλές δεκάδες χιλιάδες. Το δραματολόγιό του που μας άνοιξε τις πόρτες στο παγκόσμιο θέατρο τροφοδοτεί τώρα και τ΄ άλλα θέατρα. Εκατοντάδες ηθοποιοί που βγήκαν από τη σχολή του στελεχώνουν τους θιάσους του όπου δη θεάτρου μας. Το ποιοτικό νεοελληνικό έργο περιζήτη­το σήμερα από πολλά θέατρα ελεύθερα και κρατικά, περιφρο­νημένο ως την ώρα που ο Κουν το έκαμε αποστολή της δουλειάς του, έχει μια εξέλιξη χωρίς προηγούμενο.

Η προσφορά του Καρόλου Κουν και η συνέχειά της δεν σταματά σ΄ ότι ανεκτίμητο έγινε και γίνεται στο «Θέατρο Τέ­χνης». Μετριέται με τη συνολική σημερινή πρόοδο του νεοελληνικού θεάτρου. Κι αυτή αν θέλετε να τη δείτε στις διαστάσεις της, συγκρίνετέ τη με την δεκαετία ΄50- ΄60. Είναι η μέρα με τη νύχτα. Για μένα που έζησα μέσα απ’ το θέατρο αυτή την αλλαγή, η μέρα στο ελληνικό θέατρο είναι σε πολύ μεγάλο ποσοστό η μέρα που έφερε ο Κάρολος Κουν.

ΙΑΚΩΒΟΣ ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗΣ


Ειδήσεις
ΔΙΑΦΟΡΑ
02/06/2016

Η Γωνιά του Προέδρου

 

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΟΝΤΑΣ…

Εφτά χρόνια Υπουργείο Πολιτισμού,

στην μεγάλη Επιτροπή,

Κρατικών Βραβείων Θεάτρου,

Πρόεδρος.

Βραβεύσαμε 28 Έργα.

Αριστουργήματα.

Μια χρονιά υπεβλήθησαν 69 Έργα.

Ήβρα 32 βραβεύσημα.

Τουτέστιν : Αριστουργήματα.

Από τούτη τη σοδειά,60 Θεατρικά,

Δεν παίχτηκε κανένα.

Κρατικά Θέατρα.ΔΗΠΕΘΕ :

Αλλού τυρβάζουν.

Παρακμή.Πολιτιστικός ξεπεσμός.

Έχουμε τους Σημαντικότερους,

Θεατρικούς Συγγραφείς.

Αν παιχθούν τα Έργα τους,

είναι μια Βόμβα 100 μεγατόνων.

Καμπανέλλης έφα !!!

                                        Γιώργης Χριστοφιλάκης

 

 

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΩΝΤΑΣ…

- Ποία η Αποστολή

και το Πνευματικό Χρέος

των Κρατικών Θεάτρων ;

- Η Νεοελληνική Δραματουργία !

Στα συρτάρια των Θεατρικών Συγγραφέων,

πλαγιάζουν Αριστουργήματα.

Και στα βραβευμένα

από το Υπουργείο Πολιτισμού,

σαπίζουν στα Αρχεία,

πάνου από ογδόντα.

Κι οι Διευθυντές του Εθνικού

και Κρατικού Σαλόνικας :

Χατζάκης,Χουβαρδάς,Βούρος,Λιβαθινός,

τι έπραξαν ;

- Στρατάρησαν μέχρις εκεί,

που φτάναν τα όνειρά τους….

Δεν ψάξαν…Δεν ερεύνησαν…

Να βρούνε το Φιλόνι,

των κορυφαίων Δραματουργών μας.

Ανέβασαν Έργα που φτάσανε στην πόρτα τους

Ή ημετέρων !

Αλλά κι οι εκάστοτε Μινίστροι,

αδιαφόρησαν από άγνοια ή απαιδευσία.

Όπως και νάχει,

ο Δραματουργικός Λόγος

σωπαίνει στους κοντυλοφόρους

των Θεατρικών Συγγραφέων

κι η Γλώσσα μας λιμνάζει….

                                 

                                    Γιώργης Χριστοφιλάκης

 

ΤΑ ΑΠΑΙΧΤΑ…

Δεκάδες Έργα Θεατρικά,

Μελών μας,

άπαντα βραβευμένα

από το Υπουργείον Πολιτισμού,

σαπίζουν στα συρτάρια του.

Καμία μέριμνα απ΄τους Υπουργούς

για τούτα τα Αριστουργήματα.

Οι Διευθυντές του Εθνικού Θεάτρου

και του Κρατικού Βορείου Ελλάδος,

περί άλλα τυρβάζουν

ή πραγματοποιούν τα όνειρά τους,

με χρήμα απ΄τον Κρατικό Κορβανά.

Στα ΔΗΠΕΘΕ ολίγα από τα ίδια.

Πλην ελαχίστων εξαιρέσεων.

Στα Πόστα : Τερμίτες και διάττοντες.

Περιστασάκηδες Κομματικοί.

Το Θέατρο της Πατρίδας

που γέννησεν το Θέατρο,

σε ανάξια χέρια.

                              Γιώργης Χριστοφιλάκης

 

ΤΟ ΚΑΠΕΛΩΜΑ

Νεόκοποι Θεατρο Σκηνοθέτες,

ωσάν αναλαμβάνουν να ανεβάσουν

τα Έργα μας,

το πρώτο που κάμνουν είναι,

να τα καπελώνουν

κι όχι να τα υπηρετούν

ως επιτάσει

το Πνευματικό τους ανεύρυσμα.

Τουτέστιν τα μακελεύουν.

Αλλά μέσα στη Γραφή υπάρχει

κι η Σκηνοθεσία.

Τούτο δεν αρκεί

στους Νεόκοπους.

Θέλουν μια μορφή βιασμού πάνου στο Έργο.

Και ανερυθρίαστα –

Το πράτουν.

Το Έργον γένεται αγνώριστον

κι η Βεβήλωσις,

έχει επιτευχθεί….

                                      Γιώργης Χριστοφιλάκης

 

ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΑ ΝΕΑ

Ουδέν νεότερον από το Γρέκικο Μέτωπο,

του Υπουργείου Πολιτισμού

και των Κρατικών Θεάτρων.

Βραβευμένα Αριστουργήματα Τακτικών Μελών μας,

από΄τον Κρατικό Διαγωνισμό,

πάνω από 27,

παραμένουν στα συρτάρια και σαπίζουν.

 

 

 

ΕΠΤΑ ΕΠΙ ΘΗΒΑΣ

Πήρε καλές Κριτικές.

Είδα στο Τελεβίζι,

την Μονομαχία : Ετεοκλή – Πολυνείκη.

- Αφελεστάτη….

Πάνε οι καλές μέρες την Τραγικής Αναβίωσης….

Ο Λόγος στα μοδέρνα σκουπίδια…..


© 1908-2017 eeths.gr
κατασκευή ιστοσελίδων qualityweb